δέρε'

δέρεα , δέρος
neut nom/acc pl (epic ionic)
δέρει , δέρος
neut nom/acc dual (attic epic)
δέρεε , δέρος
neut nom/acc dual (epic ionic)
δέρει , δέρω
skin
pres ind mp 2nd sg
δέρει , δέρω
skin
pres ind act 3rd sg
δέρεο , δέρω
skin
pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic)
δέρεαι , δέρω
skin
fut ind mid 2nd sg (epic ionic)
δέρεαι , δέρω
skin
pres ind mp 2nd sg (epic ionic)
δέρεο , δέρω
skin
imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέρε — δέρω skin pres imperat act 2nd sg δέρω skin imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρανιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 280 μ., 170 κάτ.) στην πρώην επαρχία Κομοτηνής του νομού Ροδόπης. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Οργάνης. Παλαιότερα ονομαζόταν Κοζλού Δερέ …   Dictionary of Greek

  • Καβακλή — Ιστορική ελληνική κωμόπολη της νότιας Βουλγαρίας, στους πρόποδες του βουνού Σακάρ και του Γιαβούζ Δερέ. Έως το 1905 ο πληθυσμός της, που σε μεγάλο ποσοστό αποτελείτο από Έλληνες, ευημερούσε. Το καλοκαίρι όμως του ίδιου χρόνου ομάδες Βουλγάρων, με …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.